Από σύμβολο «εχθρός»: Όταν οι χειροκροτήτες επικρίνουν την Καρυστιανού
Οι επικρίσεις που δέχεται πλέον από τα κόμματα που κάποτε την αποθέωναν δεν είναι τυχαίες.
Για περισσότερο από έναν χρόνο, η Μαρία Καρυστιανού δεν ήταν απλώς μια μητέρα που θρηνούσε· ήταν το πρόσωπο μιας ολόκληρης χώρας που ζητούσε απαντήσεις για την τραγωδία των Τεμπών. Η φωνή της, καθαρή και αιχμηρή, κατάφερε να ενώσει δυνάμεις από όλο το πολιτικό φάσμα. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Πλεύση Ελευθερίας στάθηκαν στο πλευρό της, επενδύοντας πολιτικά και ηθικά στον αγώνα της. Σήμερα, όμως, το σκηνικό αλλάζει άρδην.
Η απόφασή της να εισέλθει στην ενεργό πολιτική σκηνή μέσω ενός νέου φορέα προκάλεσε έναν αναμενόμενο, αλλά επώδυνο «σεισμό». Οι επικρίσεις που δέχεται πλέον από τα κόμματα που κάποτε την αποθέωναν δεν είναι τυχαίες. Στην πολιτική, το «σύμβολο» είναι χρήσιμο όσο παραμένει υπερκομματικό. Τη στιγμή που το σύμβολο αποφασίζει να διεκδικήσει την ψήφο, μετατρέπεται αυτόματα σε ανταγωνιστή. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βλέπουν πλέον μια πιθανή διαρροή ψήφων από την ίδια δεξαμενή αγανάκτησης που τα ίδια προσπαθούν να εκφράσουν.
Ωστόσο, το πρόβλημα για την κ. Καρυστιανού δεν είναι μόνο η κομματική αντιπαλότητα. Μετά την τελευταία της συνέντευξη στο Kontra Channel, κατέστη σαφές ότι η μετάβαση από την καταγγελία στην πρόταση είναι μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση. Το μεγάλο της στοίχημα πλέον είναι να αποδείξει ότι διαθέτει ένα σαφές πολιτικό και ιδεολογικό πρόσημο. Η επίκληση του δικαίου και της ηθικής είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί για να κυβερνήσεις ή να νομοθετήσεις.
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει για το νέο σχήμα που θα ανακοινωθεί είναι να ταυτιστεί με ένα «συνοθύλευμα» παλαιών υλικών. Υπάρχει ο φόβος ότι γύρω από το πρόσωπό της θα συσπειρωθούν πολιτικά στελέχη που αναζητούν μια νέα στέγη για να επιβιώσουν, φέροντας μαζί τους παρωχημένες αξίες και πρακτικές του παρελθόντος. Αν το κόμμα της καταλήξει να είναι ένας ετερόκλητος θίασος δυσαρεστημένων χωρίς κοινή ιδεολογική ραχοκοκαλιά, τότε η ηθική της υπεροχή κινδυνεύει να αναλωθεί στις μυλόπετρες της μικροπολιτικής.
Η Μαρία Καρυστιανού καλείται τώρα να απαντήσει στα δύσκολα: Ποια είναι η θέση της για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το κράτος; Αν δεν καταφέρει να αρθρώσει έναν λόγο που υπερβαίνει το τραύμα των Τεμπών, θα παραμείνει μια τραγική φιγούρα που η πολιτική «κατάπιε» προτού προλάβει να την αλλάξει. Το πέρασμα από το «δικαιούμαι να οργίζομαι» στο «ξέρω να διοικώ» είναι ο πιο δύσκολος δρόμος που επέλεξε ποτέ να βαδίσει.